δαφοινός

δᾰφοινός, όν (ή, όν Opp.C.3.440; δαφοινή as etym. of δάφνη in Corn.ND32), epith. of savage animals,
A tawny (as expld. by most Gramm., though some also give blood-reeking),

δαφοινὸν δέρμα λέοντος Il.10.23

;

δράκων ἐπὶ νῶτα δαφοινός 2.308

;

θῶες δ. 11.474

; λαῖφος

δ' ἐπὶ νῶτα δαφοινὸν λυγκὸς ἔχει h.Pan.23

; πῆμα δ., of the dragon Python, h.Ap.304;

δ. ἀετός A.Pr.1022

;

λεόντων ἁ δ. ἴλα E.Alc.581

(lyr.);

δ. ἄγρα

tawny,

Pi.N.3.81

.
2 metaph.,

δ. Κῆρες Hes.Sc. 250

;

δαλός A.Ch.607

(lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαφοινός — και δαφοινεός, όν και δαφοινός, δαφοινή και δάφοινος, όν (Α) 1. (για άγρια ζώα) με βαθύ κόκκινο χρώμα («δαφοινὸν δέρμα λέοντος») 2. εχθρικός, καταστρεπτικός («κῆρες... δαφοινοί» μαύρες μοίρες). [ΕΤΥΜΟΛ. < δα* + φοινός* «κόκκινος»] …   Dictionary of Greek

  • δαφοινός — tawny masc nom sg δαφοινός tawny masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινά — δαφοινός tawny neut nom/voc/acc pl δαφοινά̱ , δαφοινός tawny fem nom/voc/acc dual δαφοινά̱ , δαφοινός tawny fem nom/voc sg (doric aeolic) δαφοινός tawny neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινόν — δαφοινός tawny masc acc sg δαφοινός tawny neut nom/voc/acc sg δαφοινός tawny masc/fem acc sg δαφοινός tawny neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινῶν — δαφοινός tawny fem gen pl δαφοινός tawny masc/neut gen pl δαφοινός tawny masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινοῖς — δαφοινός tawny masc/neut dat pl δαφοινός tawny masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινοί — δαφοινός tawny masc nom/voc pl δαφοινός tawny masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινοῦ — δαφοινός tawny masc/neut gen sg δαφοινός tawny masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινούς — δαφοινός tawny masc acc pl δαφοινός tawny masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινέ — δαφοινός tawny masc voc sg δαφοινός tawny masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφοινῷ — δαφοινός tawny masc/neut dat sg δαφοινός tawny masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.